εξονύχιση
•
- λόγιοη ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξονυχίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξονύχιση < εξονυχίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξονύχιση | εξονυχίσεις |
| Γενική | εξονύχισης | εξονυχίσεων |
| Αιτιατική | εξονύχιση | εξονυχίσεις |
| Κλητική | εξονύχιση | εξονυχίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →