ξορκισμένος
•
- ο Σατανάς, ο εξαποδώ, ο διάβολος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξορκισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξορκίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξορκισμένη / ξορκισμένος / ξορκισμένο | ξορκισμένες / ξορκισμένοι / ξορκισμένα |
| Γενική | ξορκισμένης / ξορκισμένου / ξορκισμένου | ξορκισμένων / ξορκισμένων / ξορκισμένων |
| Αιτιατική | ξορκισμένη / ξορκισμένο / ξορκισμένο | ξορκισμένες / ξορκισμένους / ξορκισμένα |
| Κλητική | ξορκισμένη / ξορκισμένε / ξορκισμένο | ξορκισμένες / ξορκισμένοι / ξορκισμένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →