Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξορκισμένος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο Σατανάς, ο εξαποδώ, ο διάβολος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξορκισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξορκίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξορκισμένη / ξορκισμένος / ξορκισμένοξορκισμένες / ξορκισμένοι / ξορκισμένα
Γενικήξορκισμένης / ξορκισμένου / ξορκισμένουξορκισμένων / ξορκισμένων / ξορκισμένων
Αιτιατικήξορκισμένη / ξορκισμένο / ξορκισμένοξορκισμένες / ξορκισμένους / ξορκισμένα
Κλητικήξορκισμένη / ξορκισμένε / ξορκισμένοξορκισμένες / ξορκισμένοι / ξορκισμένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ξορκισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του εξορκισμένος, που τον έχουν ξορκίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξορκισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξορκίζω

Άλλοι τύποι

ξορκισμέναξορκισμένεξορκισμένεςξορκισμένηξορκισμένηςξορκισμένοξορκισμένοιξορκισμένοςξορκισμένουξορκισμένουςξορκισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →