Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξορμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξόρμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που γίνεται με εξόρμηση Βικιλεξικό
  3. που τείνει να εξορμά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξορμητικός < ελληνιστική κοινή ἐξορμητικός < αρχαία ελληνική ἐξορμάω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξορμητικόςεξορμητικήεξορμητικό
Γενικήεξορμητικούεξορμητικήςεξορμητικού
Αιτιατικήεξορμητικόεξορμητικήεξορμητικό
Κλητικήεξορμητικέεξορμητικήεξορμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξορμητικοίεξορμητικέςεξορμητικά
Γενικήεξορμητικώνεξορμητικώνεξορμητικών
Αιτιατικήεξορμητικούςεξορμητικέςεξορμητικά
Κλητικήεξορμητικοίεξορμητικέςεξορμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →