Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξορμώ

/e.ksoɾˈmo/ρήμα
•
  1. ορμώ ή επιτίθεμαι (από κάποιο εσωτερικό ή οχυρωμένο μέρος προς τα έξω) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπροχωρώ, ενεργώ, δρω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξορμώ < αρχαία ελληνική ἐξορμάω / ἐξορμῶ < ἐξ + ὁρμάω / ὁρμῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξορμάω / εξορμώεξορμάςεξορμά / εξορμάειεξορμάμε / εξορμούμεεξορμάτεεξορμάν / εξορμάνε / εξορμούν / εξορμούνε
Παρατατικόςεξορμούσαεξορμούσεςεξορμούσεεξορμούσαμεεξορμούσατεεξορμούσαν / εξορμούσανε
Αόριστοςεξόρμησαεξόρμησεςεξόρμησεεξορμήσαμεεξορμήσατεεξορμήσαν / εξορμήσανε / εξόρμησαν
Μέλλονταςθα εξορμάω / θα εξορμήσω / θα εξορμώθα εξορμάς / θα εξορμήσειςθα εξορμά / θα εξορμάει / θα εξορμήσειθα εξορμάμε / θα εξορμήσουμε / θα εξορμούμεθα εξορμάτε / θα εξορμήσετεθα εξορμάν / θα εξορμάνε / θα εξορμήσουν / θα εξορμήσουνε / θα εξορμούν / θα εξορμούνε
Παρακείμενοςέχω εξορμήσειέχεις εξορμήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα εξορμήσει—————
Υποτακτικήνα έχω εξορμήσει / να εξορμάω / να εξορμήσω / να εξορμώνα έχεις εξορμήσει / να εξορμάς / να εξορμήσειςνα εξορμά / να εξορμάει / να εξορμήσεινα εξορμάμε / να εξορμήσουμε / να εξορμούμενα εξορμάτε / να εξορμήσετενα εξορμάν / να εξορμάνε / να εξορμήσουν / να εξορμήσουνε / να εξορμούν / να εξορμούνε
Προστακτική—εξόρμα / εξόρμαγε / εξόρμησε——εξορμάτε / εξορμήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →