Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυπηρετήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυπηρετήσιμος < εξυπηρετώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυπηρετήσιμοςεξυπηρετήσιμηεξυπηρετήσιμο
Γενικήεξυπηρετήσιμουεξυπηρετήσιμηςεξυπηρετήσιμου
Αιτιατικήεξυπηρετήσιμοεξυπηρετήσιμηεξυπηρετήσιμο
Κλητικήεξυπηρετήσιμεεξυπηρετήσιμηεξυπηρετήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυπηρετήσιμοιεξυπηρετήσιμεςεξυπηρετήσιμα
Γενικήεξυπηρετήσιμωνεξυπηρετήσιμωνεξυπηρετήσιμων
Αιτιατικήεξυπηρετήσιμουςεξυπηρετήσιμεςεξυπηρετήσιμα
Κλητικήεξυπηρετήσιμοιεξυπηρετήσιμεςεξυπηρετήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →