υπηρετώ
•
- μεταβατικόπροσφέρω υπηρεσίες σε κάποιον ως υπηρέτης Βικιλεξικό
- μεταβατικόεργάζομαι την επίτευξη ενός κοινωφελούς σκοπού Βικιλεξικό
- μεταβατικόδιεκδικώ την εκπλήρωση ενός εγωϊστικού σκοπού Βικιλεξικό
- Πάντα υπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα
- μεταβατικόασχολούμαι με πάθος, αφοσιώνομαι σε κάτι Βικιλεξικό
- Yπηρετεί τις τέχνες και τα γράμματα.
- αμετάβατοεργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος κρατικής υπηρεσίας ή ως στρατιωτικός Βικιλεξικό
- Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
- αμετάβατοεκπληρώνω στρατιωτική θητεία, ως στρατιώτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπηρετώ < Διάφορες ετυμολογίες ανά σημασία. : Μεταβατικές σημασίες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπηρετῶ < αρχαία ελληνική ὑπηρετῶ. : Αμετάβατες σημασίες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπηρετῶ < γαλλική servir : Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + ηρετ + -ώ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπηρετώ | υπηρετείς | υπηρετεί | υπηρετούμε | υπηρετείτε | υπηρετούν / υπηρετούνε |
| Παρατατικός | υπηρετούσα | υπηρετούσες | υπηρετούσε | υπηρετούσαμε | υπηρετούσατε | υπηρετούσαν / υπηρετούσανε |
| Αόριστος | υπηρέτησα | υπηρέτησες | υπηρέτησε | υπηρετήσαμε | υπηρετήσατε | υπηρέτησαν / υπηρετήσαν / υπηρετήσανε |
| Μέλλοντας | θα υπηρετήσω / θα υπηρετηθώ / θα υπηρετώ | θα υπηρετήσεις / θα υπηρετείς | θα υπηρετήσει / θα υπηρετεί | θα υπηρετήσουμε / θα υπηρετούμε | θα υπηρετήσετε / θα υπηρετείτε | θα υπηρετήσουν / θα υπηρετήσουνε / θα υπηρετούν / θα υπηρετούνε |
| Παρακείμενος | έχω υπηρετήσει | έχεις υπηρετήσει | έχει υπηρετήσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπηρετήσει | είχες υπηρετήσει | είχε υπηρετήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπηρετήσει / να υπηρετήσω / να υπηρετηθώ / να υπηρετώ | να έχεις υπηρετήσει / να υπηρετήσεις / να υπηρετείς | να έχει υπηρετήσει / να υπηρετήσει / να υπηρετεί | να υπηρετήσουμε / να υπηρετούμε | να υπηρετήσετε / να υπηρετείτε | να υπηρετήσουν / να υπηρετήσουνε / να υπηρετούν / να υπηρετούνε |
| Προστακτική | — | υπηρέτει / υπηρέτησε | — | — | υπηρετήστε / υπηρετείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπηρετήθηκαυπηρετούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →