Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπηρετώ

/i.pi.ɾeˈto/ρήμα
•
  1. μεταβατικόπροσφέρω υπηρεσίες σε κάποιον ως υπηρέτης Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόεργάζομαι την επίτευξη ενός κοινωφελούς σκοπού Βικιλεξικό
  3. μεταβατικόδιεκδικώ την εκπλήρωση ενός εγωϊστικού σκοπού Βικιλεξικό
    • Πάντα υπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα
  4. μεταβατικόασχολούμαι με πάθος, αφοσιώνομαι σε κάτι Βικιλεξικό
    • Yπηρετεί τις τέχνες και τα γράμματα.
  5. αμετάβατοεργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος κρατικής υπηρεσίας ή ως στρατιωτικός Βικιλεξικό
    • Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
  6. αμετάβατοεκπληρώνω στρατιωτική θητεία, ως στρατιώτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπηρετώ < Διάφορες ετυμολογίες ανά σημασία. : Μεταβατικές σημασίες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπηρετῶ < αρχαία ελληνική ὑπηρετῶ. : Αμετάβατες σημασίες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπηρετῶ < γαλλική servir : Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + ηρετ + -ώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπηρετώυπηρετείςυπηρετείυπηρετούμευπηρετείτευπηρετούν / υπηρετούνε
Παρατατικόςυπηρετούσαυπηρετούσεςυπηρετούσευπηρετούσαμευπηρετούσατευπηρετούσαν / υπηρετούσανε
Αόριστοςυπηρέτησαυπηρέτησεςυπηρέτησευπηρετήσαμευπηρετήσατευπηρέτησαν / υπηρετήσαν / υπηρετήσανε
Μέλλονταςθα υπηρετήσω / θα υπηρετηθώ / θα υπηρετώθα υπηρετήσεις / θα υπηρετείςθα υπηρετήσει / θα υπηρετείθα υπηρετήσουμε / θα υπηρετούμεθα υπηρετήσετε / θα υπηρετείτεθα υπηρετήσουν / θα υπηρετήσουνε / θα υπηρετούν / θα υπηρετούνε
Παρακείμενοςέχω υπηρετήσειέχεις υπηρετήσειέχει υπηρετήσει———
Υπερσυντέλικοςείχα υπηρετήσειείχες υπηρετήσειείχε υπηρετήσει———
Υποτακτικήνα έχω υπηρετήσει / να υπηρετήσω / να υπηρετηθώ / να υπηρετώνα έχεις υπηρετήσει / να υπηρετήσεις / να υπηρετείςνα έχει υπηρετήσει / να υπηρετήσει / να υπηρετείνα υπηρετήσουμε / να υπηρετούμενα υπηρετήσετε / να υπηρετείτενα υπηρετήσουν / να υπηρετήσουνε / να υπηρετούν / να υπηρετούνε
Προστακτική—υπηρέτει / υπηρέτησε——υπηρετήστε / υπηρετείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

υπηρετήθηκαυπηρετούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →