εξυπηρετώ
•
- παρέχω σε κάποιον μια υπηρεσία Βικιλεξικό
- βολεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυπηρετώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξυπηρετῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξυπηρετέω < ἐξ + ὑπηρετέω (εξ-) + υπηρετώ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξυπηρετώ | εξυπηρετείς | εξυπηρετεί | εξυπηρετούμε | εξυπηρετείτε | εξυπηρετούν / εξυπηρετούνε |
| Παρατατικός | εξυπηρετούσα | εξυπηρετούσες | εξυπηρετούσε | εξυπηρετούσαμε | εξυπηρετούσατε | εξυπηρετούσαν / εξυπηρετούσανε |
| Αόριστος | εξυπηρέτησα | εξυπηρέτησες | εξυπηρέτησε | εξυπηρετήσαμε | εξυπηρετήσατε | εξυπηρέτησαν / εξυπηρετήσαν / εξυπηρετήσανε |
| Μέλλοντας | θα εξυπηρετήσω / θα εξυπηρετώ | θα εξυπηρετήσεις / θα εξυπηρετείς | θα εξυπηρετήσει / θα εξυπηρετεί | θα εξυπηρετήσουμε / θα εξυπηρετούμε | θα εξυπηρετήσετε / θα εξυπηρετείτε | θα εξυπηρετήσουν / θα εξυπηρετήσουνε / θα εξυπηρετούν / θα εξυπηρετούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξυπηρετήσει | έχεις εξυπηρετήσει | έχει εξυπηρετήσει | έχουμε εξυπηρετήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξυπηρετήσει | είχες εξυπηρετήσει | είχε εξυπηρετήσει | είχαμε εξυπηρετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσω / να εξυπηρετώ | να έχεις εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσεις / να εξυπηρετείς | να έχει εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσει / να εξυπηρετεί | να έχουμε εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσουμε / να εξυπηρετούμε | να εξυπηρετήσετε / να εξυπηρετείτε | να εξυπηρετήσουν / να εξυπηρετήσουνε / να εξυπηρετούν / να εξυπηρετούνε |
| Προστακτική | — | εξυπηρέτησε | — | — | εξυπηρετήστε / εξυπηρετείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξυπηρετήθηκαεξυπηρετούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →