Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυπηρετώ

/e.ksi.pi.ɾeˈto/ρήμα
•
  1. παρέχω σε κάποιον μια υπηρεσία Βικιλεξικό
  2. βολεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυπηρετώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξυπηρετῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξυπηρετέω < ἐξ + ὑπηρετέω (εξ-) + υπηρετώ)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξυπηρετώεξυπηρετείςεξυπηρετείεξυπηρετούμεεξυπηρετείτεεξυπηρετούν / εξυπηρετούνε
Παρατατικόςεξυπηρετούσαεξυπηρετούσεςεξυπηρετούσεεξυπηρετούσαμεεξυπηρετούσατεεξυπηρετούσαν / εξυπηρετούσανε
Αόριστοςεξυπηρέτησαεξυπηρέτησεςεξυπηρέτησεεξυπηρετήσαμεεξυπηρετήσατεεξυπηρέτησαν / εξυπηρετήσαν / εξυπηρετήσανε
Μέλλονταςθα εξυπηρετήσω / θα εξυπηρετώθα εξυπηρετήσεις / θα εξυπηρετείςθα εξυπηρετήσει / θα εξυπηρετείθα εξυπηρετήσουμε / θα εξυπηρετούμεθα εξυπηρετήσετε / θα εξυπηρετείτεθα εξυπηρετήσουν / θα εξυπηρετήσουνε / θα εξυπηρετούν / θα εξυπηρετούνε
Παρακείμενοςέχω εξυπηρετήσειέχεις εξυπηρετήσειέχει εξυπηρετήσειέχουμε εξυπηρετήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξυπηρετήσειείχες εξυπηρετήσειείχε εξυπηρετήσειείχαμε εξυπηρετήσει——
Υποτακτικήνα έχω εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσω / να εξυπηρετώνα έχεις εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσεις / να εξυπηρετείςνα έχει εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσει / να εξυπηρετείνα έχουμε εξυπηρετήσει / να εξυπηρετήσουμε / να εξυπηρετούμενα εξυπηρετήσετε / να εξυπηρετείτενα εξυπηρετήσουν / να εξυπηρετήσουνε / να εξυπηρετούν / να εξυπηρετούνε
Προστακτική—εξυπηρέτησε——εξυπηρετήστε / εξυπηρετείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξυπηρετήθηκαεξυπηρετούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →