εξυπηρετικός
•
- που εξυπηρετεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυπηρετικός < εξυπηρετώ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυπηρετικός | εξυπηρετική | εξυπηρετικό |
| Γενική | εξυπηρετικού | εξυπηρετικής | εξυπηρετικού |
| Αιτιατική | εξυπηρετικό | εξυπηρετική | εξυπηρετικό |
| Κλητική | εξυπηρετικέ | εξυπηρετική | εξυπηρετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυπηρετικοί | εξυπηρετικές | εξυπηρετικά |
| Γενική | εξυπηρετικών | εξυπηρετικών | εξυπηρετικών |
| Αιτιατική | εξυπηρετικούς | εξυπηρετικές | εξυπηρετικά |
| Κλητική | εξυπηρετικοί | εξυπηρετικές | εξυπηρετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →