εξωραΐζω
•
- κάνω κάτι ομορφότερο, το καλλωπίζω, το ομορφαίνω Βικιλεξικό
- παρουσιάζω κάτι πιο ωραίο απ' ό,τι είναι, ωραιοποιώ, εξιδανικεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωραΐζω < ελληνιστική κοινή ἐξωραΐζω < ἐξ- + ὡραΐζω (ομορφαίνω) < αρχαία ελληνική ὡραῖος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική embellir)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξωραΐζω | εξωραΐζεις | εξωραΐζει | εξωραΐζουμε | εξωραΐζετε | εξωραΐζουν / εξωραΐζουνε |
| Παρατατικός | εξωράιζα | εξωράιζες | εξωράιζε | εξωραΐζαμε | εξωραΐζατε | εξωράιζαν / εξωραΐζαν / εξωραΐζανε |
| Αόριστος | εξωράισα | εξωράισες | εξωράισε | εξωραΐσαμε | εξωραΐσατε | εξωράισαν / εξωραΐσαν / εξωραΐσανε |
| Μέλλοντας | θα εξωραΐζω / θα εξωραΐσω | θα εξωραΐζεις / θα εξωραΐσεις | θα εξωραΐζει / θα εξωραΐσει | θα εξωραΐζουμε / θα εξωραΐσουμε | θα εξωραΐζετε / θα εξωραΐσετε | θα εξωραΐζουν / θα εξωραΐζουνε / θα εξωραΐσουν / θα εξωραΐσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξωραΐσει | έχεις εξωραΐσει | έχει εξωραΐσει | έχουμε εξωραΐσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξωραΐσει | είχες εξωραΐσει | είχε εξωραΐσει | είχαμε εξωραΐσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξωραΐσει / να εξωραΐζω / να εξωραΐσω | να έχεις εξωραΐσει / να εξωραΐζεις / να εξωραΐσεις | να έχει εξωραΐσει / να εξωραΐζει / να εξωραΐσει | να έχουμε εξωραΐσει / να εξωραΐζουμε / να εξωραΐσουμε | να εξωραΐζετε / να εξωραΐσετε | να εξωραΐζουν / να εξωραΐζουνε / να εξωραΐσουν / να εξωραΐσουνε |
| Προστακτική | — | εξωράιζε / εξωράισε | — | — | εξωραΐζετε / εξωραΐστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξωραΐζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →