Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωραΐζω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι ομορφότερο, το καλλωπίζω, το ομορφαίνω Βικιλεξικό
  2. παρουσιάζω κάτι πιο ωραίο απ' ό,τι είναι, ωραιοποιώ, εξιδανικεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωραΐζω < ελληνιστική κοινή ἐξωραΐζω < ἐξ- + ὡραΐζω (ομορφαίνω) < αρχαία ελληνική ὡραῖος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική embellir)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξωραΐζωεξωραΐζειςεξωραΐζειεξωραΐζουμεεξωραΐζετεεξωραΐζουν / εξωραΐζουνε
Παρατατικόςεξωράιζαεξωράιζεςεξωράιζεεξωραΐζαμεεξωραΐζατεεξωράιζαν / εξωραΐζαν / εξωραΐζανε
Αόριστοςεξωράισαεξωράισεςεξωράισεεξωραΐσαμεεξωραΐσατεεξωράισαν / εξωραΐσαν / εξωραΐσανε
Μέλλονταςθα εξωραΐζω / θα εξωραΐσωθα εξωραΐζεις / θα εξωραΐσειςθα εξωραΐζει / θα εξωραΐσειθα εξωραΐζουμε / θα εξωραΐσουμεθα εξωραΐζετε / θα εξωραΐσετεθα εξωραΐζουν / θα εξωραΐζουνε / θα εξωραΐσουν / θα εξωραΐσουνε
Παρακείμενοςέχω εξωραΐσειέχεις εξωραΐσειέχει εξωραΐσειέχουμε εξωραΐσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξωραΐσειείχες εξωραΐσειείχε εξωραΐσειείχαμε εξωραΐσει——
Υποτακτικήνα έχω εξωραΐσει / να εξωραΐζω / να εξωραΐσωνα έχεις εξωραΐσει / να εξωραΐζεις / να εξωραΐσειςνα έχει εξωραΐσει / να εξωραΐζει / να εξωραΐσεινα έχουμε εξωραΐσει / να εξωραΐζουμε / να εξωραΐσουμενα εξωραΐζετε / να εξωραΐσετενα εξωραΐζουν / να εξωραΐζουνε / να εξωραΐσουν / να εξωραΐσουνε
Προστακτική—εξωράιζε / εξωράισε——εξωραΐζετε / εξωραΐστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξωραΐζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →