εξωραϊστικός
•
- που εξωραΐζει, που έχει σχέση με τον εξωραϊσμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συντελεί σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωραϊστικός < εξωραΐζ(ω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωραϊστικός | εξωραϊστική | εξωραϊστικό |
| Γενική | εξωραϊστικού | εξωραϊστικής | εξωραϊστικού |
| Αιτιατική | εξωραϊστικό | εξωραϊστική | εξωραϊστικό |
| Κλητική | εξωραϊστικέ | εξωραϊστική | εξωραϊστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωραϊστικοί | εξωραϊστικές | εξωραϊστικά |
| Γενική | εξωραϊστικών | εξωραϊστικών | εξωραϊστικών |
| Αιτιατική | εξωραϊστικούς | εξωραϊστικές | εξωραϊστικά |
| Κλητική | εξωραϊστικοί | εξωραϊστικές | εξωραϊστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →