Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επάκτιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που βρίσκεται εγκατεστημένος επί ακτής, συνηθέστερα αντικείμενο ή κατασκευή Βικιλεξικό
    • επάκτιος σηματοφορικός σταθμός, επάκτια δεξαμενή καυσίμων, επάκτιο πυροβολείο
  2. λόγιοπου βρίσκεται ή εντοπίζεται στην ακτή ή κοντά σε αυτήν Βικιλεξικό
    • Το 1978 γλίτωσε με ελάχιστες φθορές από τον μεγάλο σεισμό, άρχισε να χάνει έναν–έναν τους πλανόδιους υπαίθριους φωτογράφους του, πριν καταλήξει το 1985 να γίνει αυτό που είναι σήμερα: Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης αλλά και επάκτιο κόσμημα για την πιο τρυφερή ματιά των κατοίκων της πόλης. (*)

Ετυμολογία

επάκτιος < αρχαία ελληνική ἐπάκτιος < ἐπί + ἀκτή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπάκτιοςεπάκτιαεπάκτιο
Γενικήεπάκτιουεπάκτιαςεπάκτιου
Αιτιατικήεπάκτιοεπάκτιαεπάκτιο
Κλητικήεπάκτιεεπάκτιαεπάκτιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπάκτιοιεπάκτιεςεπάκτια
Γενικήεπάκτιωνεπάκτιωνεπάκτιων
Αιτιατικήεπάκτιουςεπάκτιεςεπάκτια
Κλητικήεπάκτιοιεπάκτιεςεπάκτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →