Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επάρατος

/eˈpa.ɾa.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον απευχόμαστε, διότι οδηγεί στην καταστροφή Βικιλεξικό
    • Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

επάρατος < αρχαία ελληνική ἐπαρῶμαι < ἐπί + ἀρῶμαι (< ἀρά : η προσευχή, η κατάρα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπάρατοςεπάρατηεπάρατο
Γενικήεπάρατουεπάρατηςεπάρατου
Αιτιατικήεπάρατοεπάρατηεπάρατο
Κλητικήεπάρατεεπάρατηεπάρατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπάρατοιεπάρατεςεπάρατα
Γενικήεπάρατωνεπάρατωνεπάρατων
Αιτιατικήεπάρατουςεπάρατεςεπάρατα
Κλητικήεπάρατοιεπάρατεςεπάρατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →