επικατάρατος
•
- λόγιοκαταραμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικατάρατος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπικατάρατος. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + κατάρατος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επικατάρατος | επικατάρατη | επικατάρατο |
| Γενική | επικατάρατου | επικατάρατης | επικατάρατου |
| Αιτιατική | επικατάρατο | επικατάρατη | επικατάρατο |
| Κλητική | επικατάρατε | επικατάρατη | επικατάρατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επικατάρατοι | επικατάρατες | επικατάρατα |
| Γενική | επικατάρατων | επικατάρατων | επικατάρατων |
| Αιτιατική | επικατάρατους | επικατάρατες | επικατάρατα |
| Κλητική | επικατάρατοι | επικατάρατες | επικατάρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →