Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικατάρατος

/e.pi.kaˈta.ɾa.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοκαταραμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επικατάρατος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπικατάρατος. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + κατάρατος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικατάρατοςεπικατάρατηεπικατάρατο
Γενικήεπικατάρατουεπικατάρατηςεπικατάρατου
Αιτιατικήεπικατάρατοεπικατάρατηεπικατάρατο
Κλητικήεπικατάρατεεπικατάρατηεπικατάρατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικατάρατοιεπικατάρατεςεπικατάρατα
Γενικήεπικατάρατωνεπικατάρατωνεπικατάρατων
Αιτιατικήεπικατάρατουςεπικατάρατεςεπικατάρατα
Κλητικήεπικατάρατοιεπικατάρατεςεπικατάρατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →