Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίμονος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιμένει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίμονος < ελληνιστική κοινή ἐπίμονος < αρχαία ελληνική ἐπιμένω < ἐπί + μένω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίμονοςεπίμονηεπίμονο
Γενικήεπίμονουεπίμονηςεπίμονου
Αιτιατικήεπίμονοεπίμονηεπίμονο
Κλητικήεπίμονεεπίμονηεπίμονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίμονοιεπίμονεςεπίμονα
Γενικήεπίμονωνεπίμονωνεπίμονων
Αιτιατικήεπίμονουςεπίμονεςεπίμονα
Κλητικήεπίμονοιεπίμονεςεπίμονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →