επιμένω
•
- δεν αφήνω κάτι στη μέση μιας προσπάθειας, εξακολουθώ να κάνω ή να επιδιώκω κάτι παρ’ όλες τις δυσμένειες ή αντιθέσεις που συναντώ Βικιλεξικό
- εξακολουθώ να υφίσταμαι, να υπάρχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμένω < αρχαία ελληνική ἐπιμένω < ἐπί + μένω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →