επίστεψη
•
- η στέψη της κεφαλής ή μιας κορυφής (με στεφάνι) Βικιλεξικό
- η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή ενός έργου Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήκατασκεύασμα στην κορυφή οικοδομήματος ή κατασκευής Βικιλεξικό
- οπλισμόςη τοποθέτηση απλού σωλήνα πυροβόλου με συμπίεση μέσα σε άλλο μεταλλικό στοιχείο, του «κρατύσματος ή χιτωνίου» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίστεψη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπίστε(ψις) (από το 1898 ) + -ψη < ἐπί + στέψις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίστεψη | επιστέψεις |
| Γενική | επίστεψης | επιστέψεων |
| Αιτιατική | επίστεψη | επιστέψεις |
| Κλητική | επίστεψη | επιστέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →