Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιστέφω

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςστεφανώνω Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςτοποθετώ στην κορυφή Βικιλεξικό
    • Οι κίονες είναι κυλινδρικοί αρράβδωτοι από φαιόχρωμο μάρμαρο και επιστέφονται με ιωνικά κιονόκρανα. (*odysseus.culture.gr)
  3. λόγιοολοκληρώνω κάτι που κάνω με μια τελευταία σημαντική ενέργεια, θέτω ως επιστέγασμα Βικιλεξικό
    • Στην πόλη της Παμπλόνας, στη βόρειο Ισπανία, γιορτάζεται το διάσημο φεστιβάλ του Σαν Φερμίν, του οποίου οι εννεαήμερες εορταστικές εκδηλώσεις επιστέφονται με το πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο κυνήγι των ταύρων. (*naftemporiki.gr)

Ετυμολογία

επιστέφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιστέφω < ἐπί + στέφω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →