Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίτιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κάποιον τίτλο, ο οποίος του αποδόθηκε τιμητικά, αλλά όχι και τα αντίστοιχα καθήκοντα ή δικαιώματα Βικιλεξικό
    • η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του συγκεκριμένου πανεπιστημίου σημαίνει ταυτόχρονα ότι αποκλείεται να διδάσκει εκεί

Ετυμολογία

επίτιμος < αρχαία ελληνική ἐπίτιμος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική honoraire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίτιμοςεπίτιμηεπίτιμο
Γενικήεπίτιμουεπίτιμηςεπίτιμου
Αιτιατικήεπίτιμοεπίτιμηεπίτιμο
Κλητικήεπίτιμεεπίτιμηεπίτιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίτιμοιεπίτιμεςεπίτιμα
Γενικήεπίτιμωνεπίτιμωνεπίτιμων
Αιτιατικήεπίτιμουςεπίτιμεςεπίτιμα
Κλητικήεπίτιμοιεπίτιμεςεπίτιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →