επίφυτο
•
- βοτανικήφυτό που αναπτύσσεται πάνω σε άλλο φυτό, το οποίο χρησιμοποιεί ως στήριγμα χωρίς να παρασιτεί, αντλώντας νερό και θρεπτικές ουσίες κυρίως από τον αέρα, τη βροχή και τα υπολείμματα του περιβάλλοντος Βικιλεξικό
- Τα λιβάδια αυτά βρέθηκαν σε υποβαθμισμένη κατάσταση αποτελώντας μίξη νεκρού λιβαδιού και μερικών ζωντανών βλαστών Ποσειδωνίας. Οι επιφάνειες των βλαστών εμφάνιζαν εκτεταμένη κάλυψη από επίφυτα (φυτά που αναπτύσσονται πάνω σε άλλα φυτά), μια γνωστή επίπτωση της οργανικής ρύπανσης. (www.efsyn.gr, 26.02.2025)
Ετυμολογία
επίφυτο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική epiphyte ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική épiphyte < αρχαία ελληνική ἐπί + φυτόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίφυτο | επίφυτα |
| Γενική | επίφυτου / επιφύτου | επίφυτων / επιφύτων |
| Αιτιατική | επίφυτο | επίφυτα |
| Κλητική | επίφυτο | επίφυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →