Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαγγελματίας

/e.paŋ.ɟel.maˈti.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που ασκεί επάγγελμα Βικιλεξικό
  2. σε επιθετική λειτουργίαπου ασκεί δραστηριότητα με συνέπεια, υπευθυνότητα και επιτυχία Βικιλεξικό
    • Αν και ερασιτέχνης, έχει πολλές γνώσεις και ψαρεύει σαν επαγγελματίας ψαράς.
  3. μειωτικόπου ασκεί λειτούργημα μόνο και μόνο για υλικές απολαβές Βικιλεξικό
    • Είναι στυγνός επαγγελματίας.
    • Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

επαγγελματίας < (επάγγελμα) επαγγελματ- + -ίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαγγελματίαςεπαγγελματίες
Γενικήεπαγγελματίαεπαγγελματιών
Αιτιατικήεπαγγελματίαεπαγγελματίες
Κλητικήεπαγγελματίαεπαγγελματίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →