επαγγελτικός
•
- που έχει σχέση με επαγγελία / υπόσχεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που συνηθίζει να δίνει υποσχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαγγελτικός < ελληνιστική κοινή ἐπαγγελτικός < αρχαία ελληνική ἐπαγγέλλω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγγελτικός | επαγγελτική | επαγγελτικό |
| Γενική | επαγγελτικού | επαγγελτικής | επαγγελτικού |
| Αιτιατική | επαγγελτικό | επαγγελτική | επαγγελτικό |
| Κλητική | επαγγελτικέ | επαγγελτική | επαγγελτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγγελτικοί | επαγγελτικές | επαγγελτικά |
| Γενική | επαγγελτικών | επαγγελτικών | επαγγελτικών |
| Αιτιατική | επαγγελτικούς | επαγγελτικές | επαγγελτικά |
| Κλητική | επαγγελτικοί | επαγγελτικές | επαγγελτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →