Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επακολουθώ

/e.pa.ko.luˈθo/ρήμα
•
  1. ακολουθώ, προκύπτω ως συνέπεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επακολουθώ < αρχαία ελληνική ἐπακολουθέω / ἐπακολουθῶ < ἐπί + ἀκολουθέω / ἀκολουθῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπακολουθώεπακολουθείςεπακολουθείεπακολουθούμεεπακολουθείτεεπακολουθούν / επακολουθούνε
Παρατατικόςεπακολουθούσαεπακολουθούσεςεπακολουθούσεεπακολουθούσαμεεπακολουθούσατεεπακολουθούσαν / επακολουθούσανε
Αόριστοςεπακολούθησαεπακολούθησεςεπακολούθησεεπακολουθήσαμεεπακολουθήσατεεπακολουθήσαν / επακολουθήσανε / επακολούθησαν
Μέλλονταςθα επακολουθήσω / θα επακολουθώθα επακολουθήσεις / θα επακολουθείςθα επακολουθήσει / θα επακολουθείθα επακολουθήσουμε / θα επακολουθούμεθα επακολουθήσετε / θα επακολουθείτεθα επακολουθήσουν / θα επακολουθήσουνε / θα επακολουθούν / θα επακολουθούνε
Παρακείμενοςέχω επακολουθήσειέχεις επακολουθήσειέχει επακολουθήσειέχουμε επακολουθήσειέχετε επακολουθήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επακολουθήσειείχες επακολουθήσειείχε επακολουθήσειείχαμε επακολουθήσει——
Υποτακτικήνα έχω επακολουθήσει / να επακολουθήσω / να επακολουθώνα έχεις επακολουθήσει / να επακολουθήσεις / να επακολουθείςνα έχει επακολουθήσει / να επακολουθήσει / να επακολουθείνα έχουμε επακολουθήσει / να επακολουθήσουμε / να επακολουθούμενα έχετε επακολουθήσει / να επακολουθήσετε / να επακολουθείτενα επακολουθήσουν / να επακολουθήσουνε / να επακολουθούν / να επακολουθούνε
Προστακτική—επακολούθει / επακολούθησε——επακολουθήστε / επακολουθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →