Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαληθευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επαλήθευση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαληθευτικός < επαληθεύω + -τικός < αρχαία ελληνική ἐπαληθεύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαληθευτικόςεπαληθευτικήεπαληθευτικό
Γενικήεπαληθευτικούεπαληθευτικήςεπαληθευτικού
Αιτιατικήεπαληθευτικόεπαληθευτικήεπαληθευτικό
Κλητικήεπαληθευτικέεπαληθευτικήεπαληθευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαληθευτικοίεπαληθευτικέςεπαληθευτικά
Γενικήεπαληθευτικώνεπαληθευτικώνεπαληθευτικών
Αιτιατικήεπαληθευτικούςεπαληθευτικέςεπαληθευτικά
Κλητικήεπαληθευτικοίεπαληθευτικέςεπαληθευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →