επαληθεύω
•
- αποδεικνύω μετά από έλεγχο την αλήθεια ενός ισχυρισμού ή συμπεράσματος Βικιλεξικό
- ελέγχω με μια συγκεκριμένη διαδικασία αν το αποτέλεσμα μιας μαθηματικής πράξης είναι σωστό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαληθεύω < αρχαία ελληνική ἐπαληθεύω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vérifier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαληθεύω | επαληθεύεις | επαληθεύει | επαληθεύουμε | επαληθεύετε | επαληθεύουν / επαληθεύουνε |
| Παρατατικός | επαλήθευα | επαλήθευες | επαλήθευε | επαληθεύαμε | επαληθεύατε | επαλήθευαν / επαληθεύαν / επαληθεύανε |
| Αόριστος | επαλήθευσα | επαλήθευσες | επαλήθευσε | επαληθεύσαμε | επαληθεύσατε | επαλήθευσαν / επαληθεύσαν / επαληθεύσανε |
| Μέλλοντας | θα επαληθεύσω / θα επαληθεύω | θα επαληθεύεις / θα επαληθεύσεις | θα επαληθεύει / θα επαληθεύσει | θα επαληθεύουμε / θα επαληθεύσουμε | θα επαληθεύετε / θα επαληθεύσετε | θα επαληθεύουν / θα επαληθεύουνε / θα επαληθεύσουν / θα επαληθεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαληθεύσει | έχεις επαληθεύσει | έχει επαληθεύσει | έχουμε επαληθεύσει | έχετε επαληθεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαληθεύσει | είχες επαληθεύσει | είχε επαληθεύσει | είχαμε επαληθεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαληθεύσει / να επαληθεύσω / να επαληθεύω | να έχεις επαληθεύσει / να επαληθεύεις / να επαληθεύσεις | να έχει επαληθεύσει / να επαληθεύει / να επαληθεύσει | να έχουμε επαληθεύσει / να επαληθεύουμε / να επαληθεύσουμε | να έχετε επαληθεύσει / να επαληθεύετε / να επαληθεύσετε | να επαληθεύουν / να επαληθεύουνε / να επαληθεύσουν / να επαληθεύσουνε |
| Προστακτική | — | επαλήθευε / επαλήθευσε | — | — | επαληθεύετε / επαληθεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →