επαναχρησιμοποιώ
•
- λόγιοχρησιμοποιώ κάτι ξανά, για τον ίδιο ή για διαφορετικό σκοπό, συνήθως αφού έχει προηγηθεί καθαρισμός, επισκευή ή άλλη κατάλληλη επεξεργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναχρησιμοποιώ < επανα- + χρησιμοποιώ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reuse / reutilize)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναχρησιμοποιώ | επαναχρησιμοποιείς | επαναχρησιμοποιεί | επαναχρησιμοποιούμε | επαναχρησιμοποιείτε | επαναχρησιμοποιούν / επαναχρησιμοποιούνε |
| Παρατατικός | επαναχρησιμοποιούσα | επαναχρησιμοποιούσες | επαναχρησιμοποιούσε | επαναχρησιμοποιούσαμε | επαναχρησιμοποιούσατε | επαναχρησιμοποιούσαν / επαναχρησιμοποιούσανε |
| Αόριστος | επαναχρησιμοποίησα | επαναχρησιμοποίησες | επαναχρησιμοποίησε | επαναχρησιμοποιήσαμε | επαναχρησιμοποιήσατε | επαναχρησιμοποίησαν / επαναχρησιμοποιήσαν / επαναχρησιμοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα επαναχρησιμοποιήσω / θα επαναχρησιμοποιώ | θα επαναχρησιμοποιήσεις / θα επαναχρησιμοποιείς | θα επαναχρησιμοποιήσει / θα επαναχρησιμοποιεί | θα επαναχρησιμοποιήσουμε / θα επαναχρησιμοποιούμε | θα επαναχρησιμοποιήσετε / θα επαναχρησιμοποιείτε | θα επαναχρησιμοποιήσουν / θα επαναχρησιμοποιήσουνε / θα επαναχρησιμοποιούν / θα επαναχρησιμοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναχρησιμοποιήσει | έχεις επαναχρησιμοποιήσει | έχει επαναχρησιμοποιήσει | έχουμε επαναχρησιμοποιήσει | έχετε επαναχρησιμοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναχρησιμοποιήσει | είχες επαναχρησιμοποιήσει | είχε επαναχρησιμοποιήσει | είχαμε επαναχρησιμοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναχρησιμοποιήσει / να επαναχρησιμοποιήσω / να επαναχρησιμοποιώ | να έχεις επαναχρησιμοποιήσει / να επαναχρησιμοποιήσεις / να επαναχρησιμοποιείς | να έχει επαναχρησιμοποιήσει / να επαναχρησιμοποιήσει / να επαναχρησιμοποιεί | να έχουμε επαναχρησιμοποιήσει / να επαναχρησιμοποιήσουμε / να επαναχρησιμοποιούμε | να έχετε επαναχρησιμοποιήσει / να επαναχρησιμοποιήσετε / να επαναχρησιμοποιείτε | να επαναχρησιμοποιήσουν / να επαναχρησιμοποιήσουνε / να επαναχρησιμοποιούν / να επαναχρησιμοποιούνε |
| Προστακτική | — | επαναχρησιμοποίει / επαναχρησιμοποίησε | — | — | επαναχρησιμοποιήστε / επαναχρησιμοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →