χρησιμοποιώ
•
- μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση ενός αντικειμένου ως μέσο για να πετύχω κάτι Βικιλεξικό
- Χρησιμοποίησε το κατσαβίδι.
- Χρησιμοποίησε την φαντασία σου.
- Χρησιμοποιώ το ποδήλατο για να μετακινούμαι στην πόλη.
- Χρησιμοποιεί ωραίες λέξεις για να εκφραστεί.
- για πρόσωπααπασχολώ, κάνω κάποιον να δουλέψει για λογαριασμό μου Βικιλεξικό
- Είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιείς ανειδίκευτους εργάτες.
- κατ’ επέκτασηεκμεταλλεύομαι Βικιλεξικό
- Δεν βλέπεις ότι σε χρησιμοποιεί;
Ετυμολογία
χρησιμοποιώ < χρήσιμ(ος) + -ο- + -ποιώ, απόδοση για τη γαλλική utiliser.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρησιμοποιώ | χρησιμοποιείς | χρησιμοποιεί | χρησιμοποιούμε | χρησιμοποιείτε | χρησιμοποιούν / χρησιμοποιούνε |
| Παρατατικός | χρησιμοποιούσα | χρησιμοποιούσες | χρησιμοποιούσε | χρησιμοποιούσαμε | χρησιμοποιούσατε | χρησιμοποιούσαν / χρησιμοποιούσανε |
| Αόριστος | χρησιμοποίησα | χρησιμοποίησες | χρησιμοποίησε | χρησιμοποιήσαμε | χρησιμοποιήσατε | χρησιμοποίησαν / χρησιμοποιήσαν / χρησιμοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα χρησιμοποιήσω / θα χρησιμοποιώ | θα χρησιμοποιήσεις / θα χρησιμοποιείς | θα χρησιμοποιήσει / θα χρησιμοποιεί | θα χρησιμοποιήσουμε / θα χρησιμοποιούμε | θα χρησιμοποιήσετε / θα χρησιμοποιείτε | θα χρησιμοποιήσουν / θα χρησιμοποιήσουνε / θα χρησιμοποιούν / θα χρησιμοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω χρησιμοποιήσει | έχεις χρησιμοποιήσει | έχει χρησιμοποιήσει | έχουμε χρησιμοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρησιμοποιήσει | είχες χρησιμοποιήσει | είχε χρησιμοποιήσει | είχαμε χρησιμοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρησιμοποιήσει / να χρησιμοποιήσω / να χρησιμοποιώ | να έχεις χρησιμοποιήσει / να χρησιμοποιήσεις / να χρησιμοποιείς | να έχει χρησιμοποιήσει / να χρησιμοποιήσει / να χρησιμοποιεί | να έχουμε χρησιμοποιήσει / να χρησιμοποιήσουμε / να χρησιμοποιούμε | να χρησιμοποιήσετε / να χρησιμοποιείτε | να χρησιμοποιήσουν / να χρησιμοποιήσουνε / να χρησιμοποιούν / να χρησιμοποιούνε |
| Προστακτική | — | έχε χρησιμοποιημένο / χρησιμοποίησε | — | — | χρησιμοποιήστε / χρησιμοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χρησιμοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →