επανεκτυπώνω
•
- εκτυπώνω εκ νέου έντυπο, βιβλίο, έγγραφο, εικόνα ή άλλο υλικό που έχει ήδη εκτυπωθεί Βικιλεξικό
- τυπώνω ξανά ψηφιακό αρχείο ή άλλο ηλεκτρονικό έγγραφο σε εκτυπωτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανεκτυπώνω < επαν- + εκτυπώνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reprint)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανεκτυπώνω | επανεκτυπώνεις | επανεκτυπώνει | επανεκτυπώνουμε | επανεκτυπώνετε | επανεκτυπώνουν / επανεκτυπώνουνε |
| Παρατατικός | επανεκτύπωνα | επανεκτύπωνες | επανεκτύπωνε | επανεκτυπώναμε | επανεκτυπώνατε | επανεκτυπώναν / επανεκτυπώνανε / επανεκτύπωναν |
| Αόριστος | επανεκτύπωσα | επανεκτύπωσες | επανεκτύπωσε | επανεκτυπώσαμε | επανεκτυπώσατε | επανεκτυπώσαν / επανεκτυπώσανε / επανεκτύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα επανεκτυπώνω / θα επανεκτυπώσω | θα επανεκτυπώνεις / θα επανεκτυπώσεις | θα επανεκτυπώνει / θα επανεκτυπώσει | θα επανεκτυπώνουμε / θα επανεκτυπώσουμε | θα επανεκτυπώνετε / θα επανεκτυπώσετε | θα επανεκτυπώνουν / θα επανεκτυπώνουνε / θα επανεκτυπώσουν / θα επανεκτυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επανεκτυπώσει | έχεις επανεκτυπώσει | έχει επανεκτυπώσει | έχουμε επανεκτυπώσει | έχετε επανεκτυπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανεκτυπώσει | είχες επανεκτυπώσει | είχε επανεκτυπώσει | είχαμε επανεκτυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επανεκτυπώσει / να επανεκτυπώνω / να επανεκτυπώσω | να έχεις επανεκτυπώσει / να επανεκτυπώνεις / να επανεκτυπώσεις | να έχει επανεκτυπώσει / να επανεκτυπώνει / να επανεκτυπώσει | να έχουμε επανεκτυπώσει / να επανεκτυπώνουμε / να επανεκτυπώσουμε | να έχετε επανεκτυπώσει / να επανεκτυπώνετε / να επανεκτυπώσετε | να επανεκτυπώνουν / να επανεκτυπώνουνε / να επανεκτυπώσουν / να επανεκτυπώσουνε |
| Προστακτική | — | επανεκτύπωνε / επανεκτύπωσε | — | — | επανεκτυπώνετε / επανεκτυπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →