επαυχένιος
•
- λόγιοπου βρίσκεται ή τοποθετείται πάνω ή γύρω από τον λαιμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαυχένιος < αρχαία ελληνική ἐπαυχένιος < αὐχένιος < αὐχήν
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαυχένιος | επαυχένια | επαυχένιο |
| Γενική | επαυχένιου | επαυχένιας | επαυχένιου |
| Αιτιατική | επαυχένιο | επαυχένια | επαυχένιο |
| Κλητική | επαυχένιε | επαυχένια | επαυχένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαυχένιοι | επαυχένιες | επαυχένια |
| Γενική | επαυχένιων | επαυχένιων | επαυχένιων |
| Αιτιατική | επαυχένιους | επαυχένιες | επαυχένια |
| Κλητική | επαυχένιοι | επαυχένιες | επαυχένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →