επικοινωνώ
•
- αμετάβατοεκφράζω, μεταφέρω νοήματα και ανταποκρίνομαι σε αυτά Βικιλεξικό
- Επικοινώνησα με τον δικηγόρος σας τηλεφωνικά.
Ετυμολογία
επικοινωνώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπικοινωνῶ (κλίση ἐπικοινωνέω). Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + κοινωνώ. → δείτε τη λέξη κοινωνός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικοινωνώ | επικοινωνείς | επικοινωνεί | επικοινωνούμε | επικοινωνείτε | επικοινωνούν / επικοινωνούνε |
| Παρατατικός | επικοινωνούσα | επικοινωνούσες | επικοινωνούσε | επικοινωνούσαμε | επικοινωνούσατε | επικοινωνούσαν / επικοινωνούσανε |
| Αόριστος | επικοινώνησα | επικοινώνησες | επικοινώνησε | επικοινωνήσαμε | επικοινωνήσατε | επικοινωνήσαν / επικοινωνήσανε / επικοινώνησαν |
| Μέλλοντας | θα επικοινωνήσω / θα επικοινωνώ | θα επικοινωνήσεις / θα επικοινωνείς | θα επικοινωνήσει / θα επικοινωνεί | θα επικοινωνήσουμε / θα επικοινωνούμε | θα επικοινωνήσετε / θα επικοινωνείτε | θα επικοινωνήσουν / θα επικοινωνήσουνε / θα επικοινωνούν / θα επικοινωνούνε |
| Παρακείμενος | έχω επικοινωνήσει | έχεις επικοινωνήσει | έχει επικοινωνήσει | έχουμε επικοινωνήσει | έχετε επικοινωνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικοινωνήσει | είχες επικοινωνήσει | είχε επικοινωνήσει | είχαμε επικοινωνήσει | είχατε επικοινωνήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω επικοινωνήσει / να επικοινωνήσω / να επικοινωνώ | να έχεις επικοινωνήσει / να επικοινωνήσεις / να επικοινωνείς | να έχει επικοινωνήσει / να επικοινωνήσει / να επικοινωνεί | να έχουμε επικοινωνήσει / να επικοινωνήσουμε / να επικοινωνούμε | να έχετε επικοινωνήσει / να επικοινωνήσετε / να επικοινωνείτε | να επικοινωνήσουν / να επικοινωνήσουνε / να επικοινωνούν / να επικοινωνούνε |
| Προστακτική | — | επικοινώνησε | — | — | επικοινωνήστε / επικοινωνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →