Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επενδυτικός

/e.pen.ði.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επένδυση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επενδυτικός < επενδυτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπενδυτικόςεπενδυτικήεπενδυτικό
Γενικήεπενδυτικούεπενδυτικήςεπενδυτικού
Αιτιατικήεπενδυτικόεπενδυτικήεπενδυτικό
Κλητικήεπενδυτικέεπενδυτικήεπενδυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπενδυτικοίεπενδυτικέςεπενδυτικά
Γενικήεπενδυτικώνεπενδυτικώνεπενδυτικών
Αιτιατικήεπενδυτικούςεπενδυτικέςεπενδυτικά
Κλητικήεπενδυτικοίεπενδυτικέςεπενδυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →