επενδυτικός
•
- που έχει σχέση με επένδυση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επενδυτικός < επενδυτής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επενδυτικός | επενδυτική | επενδυτικό |
| Γενική | επενδυτικού | επενδυτικής | επενδυτικού |
| Αιτιατική | επενδυτικό | επενδυτική | επενδυτικό |
| Κλητική | επενδυτικέ | επενδυτική | επενδυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επενδυτικοί | επενδυτικές | επενδυτικά |
| Γενική | επενδυτικών | επενδυτικών | επενδυτικών |
| Αιτιατική | επενδυτικούς | επενδυτικές | επενδυτικά |
| Κλητική | επενδυτικοί | επενδυτικές | επενδυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →