επενδύω
•
- καλύπτω την εξωτερική ή την εσωτερική επιφάνεια ενός αντικειμένου με κατάλληλο υλικό, προκειμένου να το ενισχύσω, να το προστατεύσω ή να το διακοσμήσω Βικιλεξικό
- έχω επενδύσει τους τοίχους εσωτερικά με ειδικό υλικό κατά της υγρασίας
- προσθέτω στο εσωτερικό ενός ρούχου κάποιο υλικό για αισθητικούς ή πρακτικούς λόγους Βικιλεξικό
- οικονομίαδιαθέτω χρήματα σε εγχείρημα ή εταιρία αναμένοντας θετικές εξελίξεις, ώστε να μοιράσω τα κέρδη Βικιλεξικό
- αν δεν επενδύσουμε στην επιστημονική έρευνα σε κρατικό επίπεδο, μερικοί σημαντικοί τομείς θα αποτελματωθούν
- πολλοί σημερινοί εκατομμυριούχοι επένδυσαν στην Microsoft τη δεκαετία του 1980
- Μέσα στην πανδημία, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να επενδύσουν σε καινούριο τονάζ ούτε οι πλοιοκτήτες ή τα funds είχαν τη διάθεση να επενδύσουν στη θάλασσα. (Σίμος Παληός, Μάκης Προβατάς, Η θάλασσα είναι δρόμος. Για την ελληνική ναυτοσύνη του χτες και του αύριο, εκδ. Πατάκης, 2025)
- χρησιμοποιώ τα χρήματά μου για συμφέρουσες αγορές ή σε αντικείμενα αξίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάγράφω τη μουσική για κάποιο θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο (συνήθως, με βάση συγκεκριμένους στίχους) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επενδύω < αρχαία ελληνική ἐπενδύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επενδύω | επενδύεις | επενδύει | επενδύουμε | επενδύετε | επενδύουν / επενδύουνε |
| Παρατατικός | επένδυα | επένδυες | επένδυε | επενδύαμε | επενδύατε | επένδυαν / επενδύαν / επενδύανε |
| Αόριστος | επένδυσα | επένδυσες | επένδυσε | επενδύσαμε | επενδύσατε | επένδυσαν / επενδύσαν / επενδύσανε |
| Μέλλοντας | θα επενδύσω / θα επενδύω | θα επενδύεις / θα επενδύσεις | θα επενδύει / θα επενδύσει | θα επενδύουμε / θα επενδύσουμε | θα επενδύετε / θα επενδύσετε | θα επενδύουν / θα επενδύουνε / θα επενδύσουν / θα επενδύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επενδύσει | έχεις επενδύσει | έχει επενδύσει | έχουμε επενδύσει | έχετε επενδύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επενδύσει | είχες επενδύσει | είχε επενδύσει | είχαμε επενδύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επενδύσει / να επενδύσω / να επενδύω | να έχεις επενδύσει / να επενδύεις / να επενδύσεις | να έχει επενδύσει / να επενδύει / να επενδύσει | να έχουμε επενδύσει / να επενδύουμε / να επενδύσουμε | να έχετε επενδύσει / να επενδύετε / να επενδύσετε | να επενδύουν / να επενδύουνε / να επενδύσουν / να επενδύσουνε |
| Προστακτική | — | επένδυε / επένδυσε | — | — | επενδύετε / επενδύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →