Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επενδύω

/e.penˈði.o/ρήμα
•
  1. καλύπτω την εξωτερική ή την εσωτερική επιφάνεια ενός αντικειμένου με κατάλληλο υλικό, προκειμένου να το ενισχύσω, να το προστατεύσω ή να το διακοσμήσω Βικιλεξικό
    • έχω επενδύσει τους τοίχους εσωτερικά με ειδικό υλικό κατά της υγρασίας
  2. προσθέτω στο εσωτερικό ενός ρούχου κάποιο υλικό για αισθητικούς ή πρακτικούς λόγους Βικιλεξικό
  3. οικονομίαδιαθέτω χρήματα σε εγχείρημα ή εταιρία αναμένοντας θετικές εξελίξεις, ώστε να μοιράσω τα κέρδη Βικιλεξικό
    • αν δεν επενδύσουμε στην επιστημονική έρευνα σε κρατικό επίπεδο, μερικοί σημαντικοί τομείς θα αποτελματωθούν
    • πολλοί σημερινοί εκατομμυριούχοι επένδυσαν στην Microsoft τη δεκαετία του 1980
    • Μέσα στην πανδημία, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να επενδύσουν σε καινούριο τονάζ ούτε οι πλοιοκτήτες ή τα funds είχαν τη διάθεση να επενδύσουν στη θάλασσα. (Σίμος Παληός, Μάκης Προβατάς, Η θάλασσα είναι δρόμος. Για την ελληνική ναυτοσύνη του χτες και του αύριο, εκδ. Πατάκης, 2025)
  4. χρησιμοποιώ τα χρήματά μου για συμφέρουσες αγορές ή σε αντικείμενα αξίας Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάγράφω τη μουσική για κάποιο θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο (συνήθως, με βάση συγκεκριμένους στίχους) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επενδύω < αρχαία ελληνική ἐπενδύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπενδύωεπενδύειςεπενδύειεπενδύουμεεπενδύετεεπενδύουν / επενδύουνε
Παρατατικόςεπένδυαεπένδυεςεπένδυεεπενδύαμεεπενδύατεεπένδυαν / επενδύαν / επενδύανε
Αόριστοςεπένδυσαεπένδυσεςεπένδυσεεπενδύσαμεεπενδύσατεεπένδυσαν / επενδύσαν / επενδύσανε
Μέλλονταςθα επενδύσω / θα επενδύωθα επενδύεις / θα επενδύσειςθα επενδύει / θα επενδύσειθα επενδύουμε / θα επενδύσουμεθα επενδύετε / θα επενδύσετεθα επενδύουν / θα επενδύουνε / θα επενδύσουν / θα επενδύσουνε
Παρακείμενοςέχω επενδύσειέχεις επενδύσειέχει επενδύσειέχουμε επενδύσειέχετε επενδύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επενδύσειείχες επενδύσειείχε επενδύσειείχαμε επενδύσει——
Υποτακτικήνα έχω επενδύσει / να επενδύσω / να επενδύωνα έχεις επενδύσει / να επενδύεις / να επενδύσειςνα έχει επενδύσει / να επενδύει / να επενδύσεινα έχουμε επενδύσει / να επενδύουμε / να επενδύσουμενα έχετε επενδύσει / να επενδύετε / να επενδύσετενα επενδύουν / να επενδύουνε / να επενδύσουν / να επενδύσουνε
Προστακτική—επένδυε / επένδυσε——επενδύετε / επενδύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →