Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεξεργασία

/e.pe.kseɾ.ɣaˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διόρθωση, τροποποίηση Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήδιόρθωση, τροποποίηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επεξεργασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπεξεργασία & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική élaboration. Για την επξεργασία σε υπολογιστή, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική processing ή editing. Μορφολογικά αναλύεται σε (επί) επ- + εξ- + εργασία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπεξεργασίαεπεξεργασίες
Γενικήεπεξεργασίαςεπεξεργασιών
Αιτιατικήεπεξεργασίαεπεξεργασίες
Κλητικήεπεξεργασίαεπεξεργασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →