επεξεργασία
•
- διόρθωση, τροποποίηση Βικιλεξικό
- πληροφορικήδιόρθωση, τροποποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επεξεργασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπεξεργασία & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική élaboration. Για την επξεργασία σε υπολογιστή, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική processing ή editing. Μορφολογικά αναλύεται σε (επί) επ- + εξ- + εργασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επεξεργασία | επεξεργασίες |
| Γενική | επεξεργασίας | επεξεργασιών |
| Αιτιατική | επεξεργασία | επεξεργασίες |
| Κλητική | επεξεργασία | επεξεργασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →