Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεξεργάσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να υποστεί επεξεργασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επεξεργάσιμος < επεξεργάζομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπεξεργάσιμοςεπεξεργάσιμηεπεξεργάσιμο
Γενικήεπεξεργάσιμουεπεξεργάσιμηςεπεξεργάσιμου
Αιτιατικήεπεξεργάσιμοεπεξεργάσιμηεπεξεργάσιμο
Κλητικήεπεξεργάσιμεεπεξεργάσιμηεπεξεργάσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπεξεργάσιμοιεπεξεργάσιμεςεπεξεργάσιμα
Γενικήεπεξεργάσιμωνεπεξεργάσιμωνεπεξεργάσιμων
Αιτιατικήεπεξεργάσιμουςεπεξεργάσιμεςεπεξεργάσιμα
Κλητικήεπεξεργάσιμοιεπεξεργάσιμεςεπεξεργάσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →