Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεξεργαστής

/e.pe.kseɾ.ɣaˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήη κεντρική μονάδα επεξεργασίας, το τμήμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή που επεξεργάζεται τα δεδομένα, ακολουθώντας βήμα-βήμα τις εντολές που του δίδονται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επεξεργαστής < επεξεργάζομαι επεξεργασ- + -τής, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική processor. Διαφορετική η ελληνιστική ἐπεξεργαστής (εκτελεστής διατάγματος).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπεξεργαστήςεπεξεργαστές
Γενικήεπεξεργαστήεπεξεργαστών
Αιτιατικήεπεξεργαστήεπεξεργαστές
Κλητικήεπεξεργαστήεπεξεργαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →