Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεξεργάζομαι

/e.pe.kseɾˈɣa.zo.me/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω διορθώσεις· προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι ή το διορθώνω δημιουργικά τροποποιώντας το και προσπαθώντας να το βελτιώσω Βικιλεξικό
    • επεξεργάζομαι ένα κείμενο - το κείμενο έχει υποστεί επεξεργασία από μένα· είναι επεξεργασμένο
  2. μεταβατικόκατεργάζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επεξεργάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπεξεργάζομαι, στην ελληνιστική σημασία: ξαναδουλεύω < ἐπί + ἐξ + ἐργάζομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + εξ- + εργάζομαι.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπεξεργάζομαιεπεξεργάζεσαιεπεξεργάζεταιεπεξεργαζόμαστεεπεξεργάζεστεεπεξεργάζονται
Παρατατικόςεπεξεργαζόμουν / επεξεργαζόμουναεπεξεργαζόσουν / επεξεργαζόσουναεπεξεργαζόταν / επεξεργαζότανεεπεξεργαζόμασταν / επεξεργαζόμαστεεπεξεργαζόσασταν / επεξεργαζόσαστεεπεξεργάζονταν / επεξεργαζόντουσαν
Αόριστοςεπεξεργάστηκαεπεξεργάστηκεςεπεξεργάστηκεεπεξεργαστήκαμεεπεξεργαστήκατεεπεξεργάστηκαν / επεξεργαστήκαν / επεξεργαστήκανε
Μέλλονταςθα επεξεργάζομαι / θα επεξεργαστώθα επεξεργάζεσαι / θα επεξεργαστείςθα επεξεργάζεται / θα επεξεργαστείθα επεξεργαζόμαστε / θα επεξεργαστούμεθα επεξεργάζεστε / θα επεξεργαστείτεθα επεξεργάζονται / θα επεξεργαστούν / θα επεξεργαστούνε
Παρακείμενοςέχω επεξεργαστείέχεις επεξεργαστείέχει επεξεργαστείέχουμε επεξεργαστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα επεξεργαστείείχες επεξεργαστείείχε επεξεργαστεί———
Υποτακτικήνα έχω επεξεργαστεί / να επεξεργάζομαι / να επεξεργαστώνα έχεις επεξεργαστεί / να επεξεργάζεσαι / να επεξεργαστείςνα έχει επεξεργαστεί / να επεξεργάζεται / να επεξεργαστείνα έχουμε επεξεργαστεί / να επεξεργαζόμαστε / να επεξεργαστούμενα επεξεργάζεστε / να επεξεργαστείτενα επεξεργάζονται / να επεξεργαστούν / να επεξεργαστούνε
Προστακτική—επεξεργάσου——επεξεργάζεστε / επεξεργαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →