επεξεργάζομαι
•
- μεταβατικόκάνω διορθώσεις· προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι ή το διορθώνω δημιουργικά τροποποιώντας το και προσπαθώντας να το βελτιώσω Βικιλεξικό
- επεξεργάζομαι ένα κείμενο - το κείμενο έχει υποστεί επεξεργασία από μένα· είναι επεξεργασμένο
- μεταβατικόκατεργάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επεξεργάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπεξεργάζομαι, στην ελληνιστική σημασία: ξαναδουλεύω < ἐπί + ἐξ + ἐργάζομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + εξ- + εργάζομαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επεξεργάζομαι | επεξεργάζεσαι | επεξεργάζεται | επεξεργαζόμαστε | επεξεργάζεστε | επεξεργάζονται |
| Παρατατικός | επεξεργαζόμουν / επεξεργαζόμουνα | επεξεργαζόσουν / επεξεργαζόσουνα | επεξεργαζόταν / επεξεργαζότανε | επεξεργαζόμασταν / επεξεργαζόμαστε | επεξεργαζόσασταν / επεξεργαζόσαστε | επεξεργάζονταν / επεξεργαζόντουσαν |
| Αόριστος | επεξεργάστηκα | επεξεργάστηκες | επεξεργάστηκε | επεξεργαστήκαμε | επεξεργαστήκατε | επεξεργάστηκαν / επεξεργαστήκαν / επεξεργαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα επεξεργάζομαι / θα επεξεργαστώ | θα επεξεργάζεσαι / θα επεξεργαστείς | θα επεξεργάζεται / θα επεξεργαστεί | θα επεξεργαζόμαστε / θα επεξεργαστούμε | θα επεξεργάζεστε / θα επεξεργαστείτε | θα επεξεργάζονται / θα επεξεργαστούν / θα επεξεργαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω επεξεργαστεί | έχεις επεξεργαστεί | έχει επεξεργαστεί | έχουμε επεξεργαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επεξεργαστεί | είχες επεξεργαστεί | είχε επεξεργαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επεξεργαστεί / να επεξεργάζομαι / να επεξεργαστώ | να έχεις επεξεργαστεί / να επεξεργάζεσαι / να επεξεργαστείς | να έχει επεξεργαστεί / να επεξεργάζεται / να επεξεργαστεί | να έχουμε επεξεργαστεί / να επεξεργαζόμαστε / να επεξεργαστούμε | να επεξεργάζεστε / να επεξεργαστείτε | να επεξεργάζονται / να επεξεργαστούν / να επεξεργαστούνε |
| Προστακτική | — | επεξεργάσου | — | — | επεξεργάζεστε / επεξεργαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →