επευφημητικός
•
- που έχει σχέση με την επευφήμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επευφημητικός < επευφημώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επευφημητικός | επευφημητική | επευφημητικό |
| Γενική | επευφημητικού | επευφημητικής | επευφημητικού |
| Αιτιατική | επευφημητικό | επευφημητική | επευφημητικό |
| Κλητική | επευφημητικέ | επευφημητική | επευφημητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επευφημητικοί | επευφημητικές | επευφημητικά |
| Γενική | επευφημητικών | επευφημητικών | επευφημητικών |
| Αιτιατική | επευφημητικούς | επευφημητικές | επευφημητικά |
| Κλητική | επευφημητικοί | επευφημητικές | επευφημητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →