Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επευφημητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επευφήμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επευφημητικός < επευφημώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπευφημητικόςεπευφημητικήεπευφημητικό
Γενικήεπευφημητικούεπευφημητικήςεπευφημητικού
Αιτιατικήεπευφημητικόεπευφημητικήεπευφημητικό
Κλητικήεπευφημητικέεπευφημητικήεπευφημητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπευφημητικοίεπευφημητικέςεπευφημητικά
Γενικήεπευφημητικώνεπευφημητικώνεπευφημητικών
Αιτιατικήεπευφημητικούςεπευφημητικέςεπευφημητικά
Κλητικήεπευφημητικοίεπευφημητικέςεπευφημητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →