επιβάλλω
•
- κάνω πραγματικότητα κάτι χρησιμοποιώντας τη βία ή τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκομαι, αναγκάζω κάποιον άλλον να πράξει σύμφωνα με τις δικές μου επιθυμίες Βικιλεξικό
- οι αστυνομικές αρχές επιβάλλουν τον νόμο
- τον σεβασμό δεν τον επιβάλλεις, τον κερδίζεις
- θεσμοθετώ ή αποφασίζω κάτι που αποτελεί βάρος ή υποχρέωση (πχ φορολογία, πρόστιμα, ποινές) Βικιλεξικό
- η κυβέρνηση επέβαλε νέους φόρους
- αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι το αναγκαίο Βικιλεξικό
- η λογική επιβάλλει να κάνεις μια υποχώρηση
- απρόσωποπρέπει οπωσδήποτε να Βικιλεξικό
- Γιατί επιβάλλεται να ανοίξει το ζήτημα;
Ετυμολογία
επιβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιβάλλω (ρίχνω επάνω) < ἐπί (επι-) + βάλλω, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική imposer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιβάλλω | επιβάλλεις | επιβάλλει | επιβάλλουμε | επιβάλλετε | επιβάλλουν / επιβάλλουνε |
| Παρατατικός | επέβαλλα | επέβαλλες | επέβαλλε | επιβάλλαμε | επιβάλλατε | επέβαλλαν / επιβάλλαν / επιβάλλανε |
| Αόριστος | επέβαλα | επέβαλες | επέβαλε | επιβάλαμε | επιβάλατε | επέβαλαν / επιβάλαν / επιβάλανε |
| Μέλλοντας | θα επιβάλλω / θα επιβάλω | θα επιβάλεις / θα επιβάλλεις | θα επιβάλει / θα επιβάλλει | θα επιβάλλουμε / θα επιβάλουμε | θα επιβάλετε / θα επιβάλλετε | θα επιβάλλουν / θα επιβάλλουνε / θα επιβάλουν / θα επιβάλουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιβάλει | έχεις επιβάλει | έχει επιβάλει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιβάλει | είχες επιβάλει | είχε επιβάλει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιβάλει / να επιβάλλω / να επιβάλω | να έχεις επιβάλει / να επιβάλεις / να επιβάλλεις | να έχει επιβάλει / να επιβάλει / να επιβάλλει | να επιβάλλουμε / να επιβάλουμε | να επιβάλετε / να επιβάλλετε | να επιβάλλουν / να επιβάλλουνε / να επιβάλουν / να επιβάλουνε |
| Προστακτική | — | επίβαλε / επίβαλλε | — | — | επιβάλλετε / επιβάλτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επιβάλλομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →