επιβάρυνση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβαρύνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβαρύνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβαρύνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβαρύνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβαρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβάρυνση < επιβαρύνω + -ση < ελληνιστική κοινή ἐπιβαρύνω < ἐπί + αρχαία ελληνική βαρύνω < βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) + *-us
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβάρυνση | επιβαρύνσεις |
| Γενική | επιβάρυνσης | επιβαρύνσεων |
| Αιτιατική | επιβάρυνση | επιβαρύνσεις |
| Κλητική | επιβάρυνση | επιβαρύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →