επιβαρύνω
•
- κυριολεκτικάπροσθέτω βάρος, βαρύνω Βικιλεξικό
- κάνω κάτι χειρότερο Βικιλεξικό
- μεταφορικάενοχλώ, δυσχεραίνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυξάνω (το χρέος, το αρχικό ποσό κ.λπ.), χρεώνω περισσότερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβαρύνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιβαρύνω < ἐπί + αρχαία ελληνική βαρύνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aggraver ή από τη γερμανική belasten)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιβαρύνω | επιβαρύνεις | επιβαρύνει | επιβαρύνουμε | επιβαρύνετε | επιβαρύνουν / επιβαρύνουνε |
| Παρατατικός | επιβάρυνα / επιβαρυνόμουνα | επιβάρυνες / επιβαρυνόσουνα | επιβάρυνε / επιβαρυνότανε | επιβαρύναμε | επιβαρύνατε | επιβάρυναν / επιβαρύναν / επιβαρύνανε |
| Αόριστος | επιβάρυνα | επιβάρυνες | επιβάρυνε | επιβαρύναμε | επιβαρύνατε | επιβάρυναν / επιβαρύναν / επιβαρύνανε |
| Μέλλοντας | θα επιβαρύνω | θα επιβαρύνεις | θα επιβαρύνει | θα επιβαρύνουμε | θα επιβαρύνετε | θα επιβαρύνουν / θα επιβαρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιβαρύνει | έχεις επιβαρύνει | έχει επιβαρύνει | έχουμε επιβαρύνει | έχετε επιβαρύνει | έχουν επιβαρύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιβαρύνει | είχες επιβαρύνει | είχε επιβαρύνει | είχαμε επιβαρύνει | είχατε επιβαρύνει | είχαν επιβαρύνει |
| Υποτακτική | να έχω επιβαρύνει / να επιβαρύνω | να έχεις επιβαρύνει / να επιβαρύνεις | να έχει επιβαρύνει / να επιβαρύνει | να έχουμε επιβαρύνει / να επιβαρύνουμε | να έχετε επιβαρύνει / να επιβαρύνετε | να έχουν επιβαρύνει / να επιβαρύνουν / να επιβαρύνουνε |
| Προστακτική | — | επιβάρυνε | — | — | επιβαρύνετε / επιβαρύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιβαρύνομαι | επιβαρύνεσαι | επιβαρύνεται | επιβαρυνόμαστε | επιβαρύνεστε | — |
| Παρατατικός | επιβαρυνόμουν | επιβαρυνόσουν | επιβαρυνόταν | επιβαρυνόμασταν / επιβαρυνόμαστε | — | — |
| Μέλλοντας | θα επιβαρύνομαι | θα επιβαρύνεσαι | θα επιβαρύνεται | θα επιβαρυνόμαστε | θα επιβαρύνεστε | — |
| Υποτακτική | να επιβαρύνομαι | να επιβαρύνεσαι | να επιβαρύνεται | να επιβαρυνόμαστε | να επιβαρύνεστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | επιβαρύνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →