επιβάτης
•
- αυτός που κινείται με ένα μεταφορικό μέσο, ιδιωτικό ή δημόσιο, χωρίς να το οδηγεί ο ίδιος (και εφόσον δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος) Βικιλεξικό
- Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
επιβάτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιβάτης (αρχαία σημασία: στρατιώτης μέσα σε πλοίο) < ἐπιβαίνω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + -βάτης (βαίνω).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβάτης | επιβάτες |
| Γενική | επιβάτη | επιβατών |
| Αιτιατική | επιβάτη | επιβάτες |
| Κλητική | επιβάτη | επιβάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →