Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επιβάτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιβατικός < ελληνιστική κοινή ἐπιβατικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική passenger)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιβατικόςεπιβατικήεπιβατικό
Γενικήεπιβατικούεπιβατικήςεπιβατικού
Αιτιατικήεπιβατικόεπιβατικήεπιβατικό
Κλητικήεπιβατικέεπιβατικήεπιβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιβατικοίεπιβατικέςεπιβατικά
Γενικήεπιβατικώνεπιβατικώνεπιβατικών
Αιτιατικήεπιβατικούςεπιβατικέςεπιβατικά
Κλητικήεπιβατικοίεπιβατικέςεπιβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →