Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβαρυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επιβάρυνση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιβαρυντικός < επιβαρύνω + -τικός < ελληνιστική κοινή ἐπιβαρύνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιβαρυντικόςεπιβαρυντικήεπιβαρυντικό
Γενικήεπιβαρυντικούεπιβαρυντικήςεπιβαρυντικού
Αιτιατικήεπιβαρυντικόεπιβαρυντικήεπιβαρυντικό
Κλητικήεπιβαρυντικέεπιβαρυντικήεπιβαρυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιβαρυντικοίεπιβαρυντικέςεπιβαρυντικά
Γενικήεπιβαρυντικώνεπιβαρυντικώνεπιβαρυντικών
Αιτιατικήεπιβαρυντικούςεπιβαρυντικέςεπιβαρυντικά
Κλητικήεπιβαρυντικοίεπιβαρυντικέςεπιβαρυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →