Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβαίνω

/e.piˈve.no/ρήμα
•
  1. λόγιοείμαι ανεβασμένος σε μεταφορικό μέσο, κινούμαι μ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Στο λεωφορείο επέβαιναν μόνο 5 άτομα.
  2. για ζώαβατεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιβαίνω < αρχαία ελληνική ἐπιβαίνω < ἐπί + βαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιβαίνωεπιβαίνειςεπιβαίνειεπιβαίνουμεεπιβαίνετεεπιβαίνουν / επιβαίνουνε
Παρατατικόςεπέβαιναεπέβαινεςεπέβαινεεπιβαίναμεεπιβαίνατεεπέβαιναν / επιβαίναν / επιβαίνανε
Αόριστοςεπέβηνεπέβηςεπέβηεπιβήκαμεεπιβήκατεεπέβησαν
Μέλλονταςθα επιβαίνω / θα επιβώθα επιβαίνεις / θα επιβείςθα επιβαίνει / θα επιβείθα επιβαίνουμε / θα επιβούμεθα επιβαίνετε / θα επιβείτεθα επιβαίνουν / θα επιβαίνουνε / θα επιβούν
Παρακείμενοςέχω επιβείέχεις επιβείέχει επιβείέχουμε επιβείέχετε επιβείέχουν επιβεί
Υπερσυντέλικοςείχα επιβείείχες επιβείείχε επιβείείχαμε επιβείείχατε επιβείείχαν επιβεί
Υποτακτικήνα έχω επιβεί / να επιβαίνω / να επιβώνα έχεις επιβεί / να επιβαίνεις / να επιβείςνα έχει επιβεί / να επιβαίνει / να επιβείνα έχουμε επιβεί / να επιβαίνουμε / να επιβούμενα έχετε επιβεί / να επιβαίνετε / να επιβείτενα έχουν επιβεί / να επιβαίνουν / να επιβαίνουνε / να επιβούν
Προστακτική—επέβαινε——επιβαίνετε / επιβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →