επιβαίνω
•
- λόγιοείμαι ανεβασμένος σε μεταφορικό μέσο, κινούμαι μ’ αυτό Βικιλεξικό
- Στο λεωφορείο επέβαιναν μόνο 5 άτομα.
- για ζώαβατεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβαίνω < αρχαία ελληνική ἐπιβαίνω < ἐπί + βαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιβαίνω | επιβαίνεις | επιβαίνει | επιβαίνουμε | επιβαίνετε | επιβαίνουν / επιβαίνουνε |
| Παρατατικός | επέβαινα | επέβαινες | επέβαινε | επιβαίναμε | επιβαίνατε | επέβαιναν / επιβαίναν / επιβαίνανε |
| Αόριστος | επέβην | επέβης | επέβη | επιβήκαμε | επιβήκατε | επέβησαν |
| Μέλλοντας | θα επιβαίνω / θα επιβώ | θα επιβαίνεις / θα επιβείς | θα επιβαίνει / θα επιβεί | θα επιβαίνουμε / θα επιβούμε | θα επιβαίνετε / θα επιβείτε | θα επιβαίνουν / θα επιβαίνουνε / θα επιβούν |
| Παρακείμενος | έχω επιβεί | έχεις επιβεί | έχει επιβεί | έχουμε επιβεί | έχετε επιβεί | έχουν επιβεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιβεί | είχες επιβεί | είχε επιβεί | είχαμε επιβεί | είχατε επιβεί | είχαν επιβεί |
| Υποτακτική | να έχω επιβεί / να επιβαίνω / να επιβώ | να έχεις επιβεί / να επιβαίνεις / να επιβείς | να έχει επιβεί / να επιβαίνει / να επιβεί | να έχουμε επιβεί / να επιβαίνουμε / να επιβούμε | να έχετε επιβεί / να επιβαίνετε / να επιβείτε | να έχουν επιβεί / να επιβαίνουν / να επιβαίνουνε / να επιβούν |
| Προστακτική | — | επέβαινε | — | — | επιβαίνετε / επιβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →