Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβραδύνω

/e.pi.vɾaˈði.no/ρήμα
•
  1. ελαττώνω την ταχύτητα Βικιλεξικό
  2. καθυστερώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιβραδύνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιβραδύνω < αρχαία ελληνική ἐπί (επι-) + βραδύνω< βραδύς σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ralentir)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιβραδύνωεπιβραδύνειςεπιβραδύνειεπιβραδύνουμεεπιβραδύνετεεπιβραδύνουν / επιβραδύνουνε
Παρατατικόςεπιβράδυνα / επιβραδυνόμουναεπιβράδυνες / επιβραδυνόσουναεπιβράδυνε / επιβραδυνότανεεπιβραδύναμεεπιβραδύνατεεπιβράδυναν / επιβραδύναν / επιβραδύνανε
Αόριστοςεπιβράδυναεπιβράδυνεςεπιβράδυνεεπιβραδύναμεεπιβραδύνατεεπιβράδυναν / επιβραδύναν / επιβραδύνανε
Μέλλονταςθα επιβραδύνωθα επιβραδύνειςθα επιβραδύνειθα επιβραδύνουμεθα επιβραδύνετεθα επιβραδύνουν / θα επιβραδύνουνε
Παρακείμενοςέχω επιβραδύνειέχεις επιβραδύνειέχει επιβραδύνειέχουμε επιβραδύνειέχετε επιβραδύνειέχουν επιβραδύνει
Υπερσυντέλικοςείχα επιβραδύνειείχες επιβραδύνειείχε επιβραδύνειείχαμε επιβραδύνειείχατε επιβραδύνειείχαν επιβραδύνει
Υποτακτικήνα έχω επιβραδύνει / να επιβραδύνωνα έχεις επιβραδύνει / να επιβραδύνειςνα έχει επιβραδύνει / να επιβραδύνεινα έχουμε επιβραδύνει / να επιβραδύνουμενα έχετε επιβραδύνει / να επιβραδύνετενα έχουν επιβραδύνει / να επιβραδύνουν / να επιβραδύνουνε
Προστακτική—επιβράδυνε——επιβραδύνετε / επιβραδύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιβραδύνομαιεπιβραδύνεσαιεπιβραδύνεταιεπιβραδυνόμαστε——
Παρατατικόςεπιβραδυνόμουνεπιβραδυνόσουνεπιβραδυνότανεπιβραδυνόμασταν / επιβραδυνόμαστε——
Αόριστοςεπιβραδύνθηκα—————
Μέλλονταςθα επιβραδύνομαιθα επιβραδύνεσαιθα επιβραδύνεταιθα επιβραδυνόμαστε——
Υποτακτικήνα επιβραδύνομαινα επιβραδύνεσαινα επιβραδύνεταινα επιβραδυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →