επιγονατίδα
•
- ανατομίαοστό τριγωνικού σχήματος και μικρού μεγέθους που βρίσκεται στο γόνατο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηειδικό κάλυμμα ή νάρθηκας που προστατεύει, στηρίζει και στερεώνει το γόνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιγονατίδα < (ελληνιστική κοινή) ἐπιγονατίς < ἐπί + αρχαία ελληνική γόνυ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵónu
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιγονατίδα | επιγονατίδες |
| Γενική | επιγονατίδας | επιγονατίδων |
| Αιτιατική | επιγονατίδα | επιγονατίδες |
| Κλητική | επιγονατίδα | επιγονατίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →