Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιγραφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχαιολογίακείμενο χαραγμένο σε σκληρή επιφάνεια, π.χ. πέτρα ή μάρμαρο Βικιλεξικό
  2. πινακίδα, π.χ. πάνω από την είσοδο ενός καταστήματος με την επωνυμία του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιγραφή < αρχαία ελληνική ἐπιγραφή (ἐπί + γραφή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιγραφήεπιγραφές
Γενικήεπιγραφήςεπιγραφών
Αιτιατικήεπιγραφήεπιγραφές
Κλητικήεπιγραφήεπιγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →