επιγράφω
•
- βάζω τίτλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιγράφω < αρχαία ελληνική ἐπιγράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιγράφω | επιγράφεις | επιγράφει | επιγράφουμε | επιγράφετε | επιγράφουν / επιγράφουνε |
| Παρατατικός | επέγραφα | επέγραφες | επέγραφε | επιγράφαμε | επιγράφατε | επέγραφαν / επιγράφαν / επιγράφανε |
| Αόριστος | επέγραψα | επέγραψες | επέγραψε | επιγράψαμε | επιγράψατε | επέγραψαν / επιγράψαν / επιγράψανε |
| Μέλλοντας | θα επιγράφω / θα επιγράψω | θα επιγράφεις / θα επιγράψεις | θα επιγράφει / θα επιγράψει | θα επιγράφουμε / θα επιγράψουμε | θα επιγράφετε / θα επιγράψετε | θα επιγράφουν / θα επιγράφουνε / θα επιγράψουν / θα επιγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιγράψει | έχεις επιγράψει | έχει επιγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιγράψει | είχες επιγράψει | είχε επιγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιγράψει / να επιγράφω / να επιγράψω | να έχεις επιγράψει / να επιγράφεις / να επιγράψεις | να έχει επιγράψει / να επιγράφει / να επιγράψει | να επιγράφουμε / να επιγράψουμε | να επιγράφετε / να επιγράψετε | να επιγράφουν / να επιγράφουνε / να επιγράψουν / να επιγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε επιγραμμένο / επίγραφε / επίγραψε | — | — | επιγράφετε / επιγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →