επιδίδω
•
- λόγιοπαραδίδω (επίσημα) κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδίδω < μεσαιωνική ελληνική επιδίδω < αρχαία ελληνική ἐπιδίδωμι < ἐπί + δίδωμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιδίδω | επιδίδεις | επιδίδει | επιδίδουμε | επιδίδετε | επιδίδουν / επιδίδουνε |
| Παρατατικός | επέδιδα | επέδιδες | επέδιδε | επιδίδαμε | επιδίδατε | επέδιδαν / επιδίδαν / επιδίδανε |
| Αόριστος | επέδωσα | επέδωσες | επέδωσε | επιδώσαμε | επιδώσατε | επέδωσαν / επιδώσαν / επιδώσανε |
| Μέλλοντας | θα επιδίδω / θα επιδώσω | θα επιδίδεις / θα επιδώσεις | θα επιδίδει / θα επιδώσει | θα επιδίδουμε / θα επιδώσουμε | θα επιδίδετε / θα επιδώσετε | θα επιδίδουν / θα επιδίδουνε / θα επιδώσουν / θα επιδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιδώσει | έχεις επιδώσει | έχει επιδώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιδώσει | είχες επιδώσει | είχε επιδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιδώσει / να επιδίδω / να επιδώσω | να έχεις επιδώσει / να επιδίδεις / να επιδώσεις | να έχει επιδώσει / να επιδίδει / να επιδώσει | να επιδίδουμε / να επιδώσουμε | να επιδίδετε / να επιδώσετε | να επιδίδουν / να επιδίδουνε / να επιδώσουν / να επιδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε επιδομένο / επίδιδε / επίδωσε | — | — | επιδίδετε / επιδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →