επιδεινώνω
•
- χειροτερεύω μία κατάσταση (υγείας, οικονομίας, σχέσεων, καιρού) Βικιλεξικό
- επιδεινώνονται οι σχέσεις των δύο κρατών
- Θα επιδεινωθεί κι άλλο ο καιρός, να δούμε με τι θα ζεσταθούμε φέτος
- η υγεία του επιδεινώθηκε επειδή άρπαξε μέσα στο νοσοκομείο και μια ενδονοσoκομειακή λοίμωξη
Ετυμολογία
επιδεινώνω < επι- + δειν(ός) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιδεινώνω | επιδεινώνεις | επιδεινώνει | επιδεινώνουμε | επιδεινώνετε | επιδεινώνουν / επιδεινώνουνε |
| Παρατατικός | επιδείνωνα | επιδείνωνες | επιδείνωνε | επιδεινώναμε | επιδεινώνατε | επιδείνωναν / επιδεινώναν / επιδεινώνανε |
| Αόριστος | επιδείνωσα | επιδείνωσες | επιδείνωσε | επιδεινώσαμε | επιδεινώσατε | επιδείνωσαν / επιδεινώσαν / επιδεινώσανε |
| Μέλλοντας | θα επιδεινώνω / θα επιδεινώσω | θα επιδεινώνεις / θα επιδεινώσεις | θα επιδεινώνει / θα επιδεινώσει | θα επιδεινώνουμε / θα επιδεινώσουμε | θα επιδεινώνετε / θα επιδεινώσετε | θα επιδεινώνουν / θα επιδεινώνουνε / θα επιδεινώσουν / θα επιδεινώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιδεινώσει | έχεις επιδεινώσει | έχει επιδεινώσει | έχουμε επιδεινώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιδεινώσει | είχες επιδεινώσει | είχε επιδεινώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιδεινώσει / να επιδεινώνω / να επιδεινώσω | να έχεις επιδεινώσει / να επιδεινώνεις / να επιδεινώσεις | να έχει επιδεινώσει / να επιδεινώνει / να επιδεινώσει | να έχουμε επιδεινώσει / να επιδεινώνουμε / να επιδεινώσουμε | να επιδεινώνετε / να επιδεινώσετε | να επιδεινώνουν / να επιδεινώνουνε / να επιδεινώσουν / να επιδεινώσουνε |
| Προστακτική | — | επιδείνωνε / επιδείνωσε | — | — | επιδεινώνετε / επιδεινώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επιδεινώθηκαεπιδεινώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →