Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιδεινώνω

/e.pi.ðiˈno.no/ρήμα
•
  1. χειροτερεύω μία κατάσταση (υγείας, οικονομίας, σχέσεων, καιρού) Βικιλεξικό
    • επιδεινώνονται οι σχέσεις των δύο κρατών
    • Θα επιδεινωθεί κι άλλο ο καιρός, να δούμε με τι θα ζεσταθούμε φέτος
    • η υγεία του επιδεινώθηκε επειδή άρπαξε μέσα στο νοσοκομείο και μια ενδονοσoκομειακή λοίμωξη

Ετυμολογία

επιδεινώνω < επι- + δειν(ός) + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιδεινώνωεπιδεινώνειςεπιδεινώνειεπιδεινώνουμεεπιδεινώνετεεπιδεινώνουν / επιδεινώνουνε
Παρατατικόςεπιδείνωναεπιδείνωνεςεπιδείνωνεεπιδεινώναμεεπιδεινώνατεεπιδείνωναν / επιδεινώναν / επιδεινώνανε
Αόριστοςεπιδείνωσαεπιδείνωσεςεπιδείνωσεεπιδεινώσαμεεπιδεινώσατεεπιδείνωσαν / επιδεινώσαν / επιδεινώσανε
Μέλλονταςθα επιδεινώνω / θα επιδεινώσωθα επιδεινώνεις / θα επιδεινώσειςθα επιδεινώνει / θα επιδεινώσειθα επιδεινώνουμε / θα επιδεινώσουμεθα επιδεινώνετε / θα επιδεινώσετεθα επιδεινώνουν / θα επιδεινώνουνε / θα επιδεινώσουν / θα επιδεινώσουνε
Παρακείμενοςέχω επιδεινώσειέχεις επιδεινώσειέχει επιδεινώσειέχουμε επιδεινώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα επιδεινώσειείχες επιδεινώσειείχε επιδεινώσει———
Υποτακτικήνα έχω επιδεινώσει / να επιδεινώνω / να επιδεινώσωνα έχεις επιδεινώσει / να επιδεινώνεις / να επιδεινώσειςνα έχει επιδεινώσει / να επιδεινώνει / να επιδεινώσεινα έχουμε επιδεινώσει / να επιδεινώνουμε / να επιδεινώσουμενα επιδεινώνετε / να επιδεινώσετενα επιδεινώνουν / να επιδεινώνουνε / να επιδεινώσουν / να επιδεινώσουνε
Προστακτική—επιδείνωνε / επιδείνωσε——επιδεινώνετε / επιδεινώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

επιδεινώθηκαεπιδεινώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →