Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιδοκιμαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επιδοκιμασία, αναφέρεται ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιδοκιμαστικός < επιδοκιμάζω, επιδοκιμασ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιδοκιμαστικόςεπιδοκιμαστικήεπιδοκιμαστικό
Γενικήεπιδοκιμαστικούεπιδοκιμαστικήςεπιδοκιμαστικού
Αιτιατικήεπιδοκιμαστικόεπιδοκιμαστικήεπιδοκιμαστικό
Κλητικήεπιδοκιμαστικέεπιδοκιμαστικήεπιδοκιμαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιδοκιμαστικοίεπιδοκιμαστικέςεπιδοκιμαστικά
Γενικήεπιδοκιμαστικώνεπιδοκιμαστικώνεπιδοκιμαστικών
Αιτιατικήεπιδοκιμαστικούςεπιδοκιμαστικέςεπιδοκιμαστικά
Κλητικήεπιδοκιμαστικοίεπιδοκιμαστικέςεπιδοκιμαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →