επιδοκιμαστικός
•
- που έχει σχέση με την επιδοκιμασία, αναφέρεται ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδοκιμαστικός < επιδοκιμάζω, επιδοκιμασ- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδοκιμαστικός | επιδοκιμαστική | επιδοκιμαστικό |
| Γενική | επιδοκιμαστικού | επιδοκιμαστικής | επιδοκιμαστικού |
| Αιτιατική | επιδοκιμαστικό | επιδοκιμαστική | επιδοκιμαστικό |
| Κλητική | επιδοκιμαστικέ | επιδοκιμαστική | επιδοκιμαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδοκιμαστικοί | επιδοκιμαστικές | επιδοκιμαστικά |
| Γενική | επιδοκιμαστικών | επιδοκιμαστικών | επιδοκιμαστικών |
| Αιτιατική | επιδοκιμαστικούς | επιδοκιμαστικές | επιδοκιμαστικά |
| Κλητική | επιδοκιμαστικοί | επιδοκιμαστικές | επιδοκιμαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →